Άρθρα
07/03/2013
Τα Καλύτερα Χρόνια
Της Έλενας Χατζηχαραλάμπους


Μας διηγότανε η γιαγιά τις ιστορίες των «δύσκολων χρόνων»...Τότε που το ψωμί ήτανε το μεγαλύτερο αγαθό στο τραπέζι. Που σηκωνόντουσαν οι γυναίκες με το χάραμα της ημέρας να το ζυμώσουν, να το φουρνίσουνε. Ψωμί, ελιές και αν υπήρχε μεγαλύτερη οικονομική ευφορία, ένα κομμάτι πατροπαράδοτο χαλούμι. Πεταγότανε και ο παππούς χαμογελώντας να συμπληρώσει πως ψωμί, ελιές και χαλούμι για τους λίγους, ήτανε και το μπούκωμα του μεσημεριού στα χωράφια. «Ευλογημένο το φαγητό που μας έστελνε ο Θεός» συμπλήρωνε η γιαγιά. «Ευλογημένο και το κρέας που τρώγαμε καμιά φορά το μήνα». Και οι ιστορίες συνεχίζονταν με την περιγραφή της ζωής στο χωράφι μέχρι τη δύση του ήλιου, τη ζωή χωρίς ηλεκτρικό τα βράδυα στο σπίτι και το βραδυνό μαγείρεμα με καμιά πατάτα και κανα αυγό. Με τις μεγάλες χαρές για τις μοναδικές εξόδους σε κανένα γάμο όπου διασκέδαζε όλο το χωριό και την Κυριακάτικη λειτουργία που κανείς δεν έλειπε. Κάποιοι φορούσανε παπούτσια στις γιορτές, το ίδιο και κάθε φορά στην εκκλησία. Κάθε πάσχα αγόραζαν καινούργια. Οι φτωχότεροι δεν είχαν αυτή την πολυτέλεια, μα δεν τους ένοιαζε κι όλας. «Πού να πιέσεις τα πόδια μες σε παπούτσια»? Αναρωτιόντουσαν πως μπορούσε και ήτανε υποφερτό για τους άλλους. Μεγάλη γιορτή το Πάσχα, το ίδιο και τα Χριστούγεννα. Οι ετοιμασίες σε όλα τα σπίτια προμήνυαν τον ερχομό τους. Βάψιμο των σπιτιών, κανά κουλλούρι φουρνιστό και μετέπειτα φλαούνες για όσους το σήκωνε η τσέπη. Για τα Χριστούγεννα κανά γλυκό κι αυτό πάλι σαν πολυτέλεια. Οι οικογένεις μαζεύονταν στα σπίτια για να γιορτάσουν με ότι κι αν υπήρχε στο γιορτινό τραπέζι. Άλλωστε η φτώχια του τραπεζιού δεν μετρούσε. Η Αγάπη μετάτρεπε τα πάντα σε αρχοντιά. «Δύσκολοι καιροί τότε», μας έλεγαν μια η γιαγιά και μια ο παππούς. Έβλεπες όμως την ευτυχία να προβάλλει στα ρυτιδωμένα τους πρόσωπα...

Μικρά παιδιά τότε, νοιώθαμε στεναχωρημένα για την γιαγιά και τον παππού που πέρασαν τόσο δύσκολα χρόνια, μα απ’ την άλλη τους καμαρώναμε που μπόρεσαν και επιβίωσαν. Δεν χωρούσε το μυαλουδάκι μας μια τέτοια ζωή, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς τηλεοράσεις, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αυτοκίνητα, εκατομμύρια είδη κατανάλωσης για να «χαίρεσαι» και να «διευκολύνεις» τη ζωή σου. Νοιώθαμε τόσο ευγνώμονες με την τύχη μας που μας ευνόησε να γεννηθούμε σε «καλύτερη» εποχή! Μπορούσαμε να έχουμε σχεδόν ότι επιθυμούσαμε. Κι όσο για τις επιθυμίες μας, δεν χρειαζότανε να ψάξουμε ποιές ήταν αυτές. Οι τηλεοράσεις και γενικά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης νοιάζονταν πάντοτε για τις «ανάγκες» μας κι από το ίδιο μας το σπίτι μαθαίναμε ποιά θα έπρεπε να είναι η επόμενή μας αγορά για να γίνει η ζωή μας ακόμα πιο εύκολη, πιο άνετη και πιο «ευτυχισμένη.

Έτσι μάθαμε λοιπόν να ζούμε, και ακολουθώντας το δρόμο του καταναλωτισμού βήμα βήμα, έφτασε η στιγμή που όλοι μας μεγαλώνοντας ανακαλύψαμε μέσα μας τον κόσμο της μοναξιάς. Της αποξένωσης, της αντικατάστασης του όρου φιλία με τον όρο γνωστός. Κουραστήκαμε σε κάποια φάση να κοιτάμε τον κόσμο γύρω μας να μάχεται να αγοράσει ότι καλύτερο υπάρχει ακόμα και να γίνεται τόσο μανιακός που να ξεχνά πως τριγύρω υπάρχουν συνάνθρωποι. Χάθηκε η αγάπη κι έσβησε, κι έμεινε όρθιο το καλούπι της μόνο, αλλάζοντας περιεχόμενο και γεμίζοντας συμφέρον. Δεν μας άρεσε αυτή η κατάσταση, όμως αυτό δεν μας εμπόδιζε ξεχνώντας αναλόγως κατά συμφέρον, να συμμετέχουμε κι εμείς σαν πιονάκια στη μαζική πορεία του καταναλωτισμού που οδηγούσε όλους μας στην ακορεσία, την αχαριστία, την απληστία...

Υπήρχαν άνθρωποι στον ίδιο πλανήτη που πεινούσανε κι αν κάποτε μας το θύμιζαν, ξεστομίζοντας ένα «κρίμα» βγάζαμε κι ένα μικρό ποσό απ΄την τσέπη, τόσο που να μην εμποδίζει τις αγορές που είχαμε στο μυαλό μας κι έτσι “συμπάσχαμε”. Νοιώθαμε τυχεροί που η πείνα ήταν τόσο μακρυά και βέβαιοι πως σαν άρχοντες ζωής θα βασιλεύαμε μέσα στα τόσα πλούτη, συνεχίζαμε την πορεία μας κανονικά. Ουσιαστικά την πορεία της οποίας τα βήματα μας χάραξαν, για να είμαστε καλοί καταναλωτές. Εμείς απλά ακολουθούσαμε σαν από πλύση εγκεφάλου, με μάτια προσηλωμένα απλά στον στόχο και μόνο ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ...

Και κάποια μέρα, αυτοί που μάζεψαν τα πολλά χρήματα που τους φορτώσαμε, έγιναν κι άλλο αχάριστοι, άλλωστε κι εμείς αχάριστοι ήμασταν. Δεν τους έφταναν αυτά που πήραν μέχρι τότε. Έτσι, θέλησαν να μας ελέξουν ακόμα καλύτερα γιατί κάπου «ξεστρατήσαμε» και καταντήσαμε με περισσότερα χρήματα απ’ όσα έπρεπε κατά αυτούς. Σκαρφίστηκαν τρόπους πολλούς και δόλιους και χωρίς να το καταλάβουμε αρχίσαμε να φτωχαίνουμε. Οι τιμές των καταναλωτικών προιόντων άρχισαν να ανεβαίνουν όλο και περισσότερο στα ύψη και οι φορολογίες άρχισαν να αυξάνονται και ταυτόχρονα να ακουμπούν την κορυφή.

Ξεκίνησαν να αδειάζουν σιγά σιγά οι τσέπες μας. Αναγκαστήκαμε αρχικά να περιοριστούμε κάπως, να κοιτάξουμε τον εαυτό μας και να καταλάβουμε πόσο εξαρτημένοι καταντήσαμε. Δυσκολευτήκαμε ψυχολογικά αλλά μειώσαμε τις αγορές μας, τουλάχιστον αυτές που θεωρούσαμε λιγότερο αναγκαίες. Μα το κακό δεν σταμάτησε εκεί. Οι τσέπες άδειαζαν ακόμα περισσότερο. Κόψαμε κι άλλα κι άλλα, μέχρι που ήρθε η στιγμή σήμερα, όπου αντιληφθήκαμε πως δυσκολευόμαστε πλέον να αντεπεξέλθουμε στα έξοδα των βασικών αναγκών προς επιβίωση. Η μνήμη μας στράφηκε προς τα πίσω, όταν κάποτε ακούγαμε για πεινασμένο κόσμο στον πλανήτη μας και με πλήρη εγωισμό νοιώθαμε πως εμείς ήμασταν άρχοντες του πλανήτη κι η πείνα δεν θα μπορούσε ποτέ να μας αγγίξει. Καταλάβαμε πόσο εγωιστές, πόσο άπληστοι φανήκαμε. Ρίξαμε μια ματιά πίσω στην πορεία που διανύσαμε μέχρι το σήμερα και είδαμε τους εαυτούς μας να βαδίζουν σαν κουρδισμένα ρομπότ προς τα εκεί που τα έστρεφαν. Τα ρομπότ δεν αγαπάνε, το ίδιο κι εμείς δεν μάθαμε να νοιώθουμε ποτέ το νόημα της αληθινής αγάπης. Αγάπη ήταν η κατανάλωση. Ένας μεγάλος έρωτας που έφτασε στο τέλος του με τον κακόβουλο εραστή να μας εγκαταλείπει έρμεους στο έλεος της μοίρας μας. Προδωμένες ερωμένες που έμαθαν απλά να κρέμμονται απ’ τον εραστή τους, όχι γιατί τον αγάπησαν αληθινά αλλά γιατί έμαθαν απλά να ζουν μαζί του. Κι εκεί που έμειναν μόνες, τώρα κλαίνε γιατί τους λείπει η σιγουριά. Ερωμένες που απλά έτσι έμαθαν να ζουν και τώρα βρέθηκαν στο χείλος του γκρεμού. Που σιγοψιθυρίζοντας μες το αβέβαιο της μοίρας και της στέρησης γυρνάνε πίσω τα χρόνια και σταματούν εκεί που η γιαγιά και ο παππούς αφηγούνταν τα δύσκολα χρόνια επιβίωσης, αυτά που αγκαλιάζονταν με την αληθινή αγάπη. «Ήρθανε πίσω αυτά τα χρόνια» σιγομουρμουράνε «μα η αγάπη πού βρίσκεται»? Λείπει τελικά η αγάπη, δεν ήρθανε τα ίδια χρόνια μα χειρότερα.

Αλήθεια, ωραία χρόνια τα παλιά! Τυχεροί η γιαγιά και ο παππούς που όταν τα διηγόντουσαν άφηναν πάντα το χαμόγελο της ευτυχίας να ξεπροβάλλει στα πρόσωπά τους! 


Copyright @ 2009-2019. Design & Development by Cytacom Solutions Ltd
 
Hosted by