Άρθρα
03/06/2010
Οι Συνέπειες από την παραβίαση των Κανόνων Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής*
Του Δρ. Λουκά Αριστοδήμου**


Εισαγωγή
Είναι γνωστό πως η οικονομική φιλοσοφία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίζεται πάνω στην ιδέα της αποκαλούμενης "Ελεύθερης Αγοράς" και του "Ελεύθερου Ανταγωνισμού". Αλλά, υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός; Δεδομένου ότι η ίδια η ελευθερία είναι πολύ σχετική, πόσο ελεύθερη μπορεί να είναι η αγορά και πόσο ο ανταγωνισμός μπορεί να είναι ελεύθερος;
Για μας, σαν οργανώσεις καταναλωτών, στην πραγματικότητα, η αγορά και ο ανταγωνισμός μπορούν να είναι ελεύθεροι, μόνο για εκείνους που μπορούν να έχουν την ικανότητα και τα μέσα να διαχειριστούν και να «μανουβράρουν» την ελευθερία.
Νομίζω πως, η παγκόσμια οικονομική κρίση που όλοι ζούμε αυτές τις μέρες, είναι αρκετή απόδειξη για το ότι αυτή η ικανότητα είναι προνόμιο που ανήκει αποκλειστικά και μόνο στα χρηματοοικονομικά, βιομηχανικά, εμπορικά και άλλα μεγάλα ιδρύματα και στις επιχειρήσεις.

Ι. Οι στόχοι της επιβολής του Περί Ανταγωνισμού Νόμου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ)
Στη γενική μορφή της επιβολής των αντιμονοπωλιακών (αντιτράστ) απαγορεύσεων, όπως στα άρθρα 81 και 82 (101 και 102, μετά την τροποποίηση τους) μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπλέκονται τρεις στόχοι: 1ος η ερμηνία του περιεχόμενου των αντιτράστ απαγορεύσεων, 2ος η αποτροπή της παραβίασης αυτών των απαγορεύσεων και 3ος η διαχείριση των συνεπειών όταν οι παραβιάσεις έχουν συμβεί.

  1. Το περιεχόμενο των απαγορεύσεων: Ο πρώτος στόχος της επιβολής των απαγορεύσεων αντιτράστ αναφέρεται στη διευκρίνιση του περιεχόμενου των απαγορεύσεων. Πράγματι, τα άρθρα 81 και 82 περιέχουν μόνο τα γενικά διατυπωμένα πρότυπα. Το περιεχόμενό τους διευκρινίζεται μέσω κρίσεων ή αποφάσεων που εκδίδονται σε μεμονωμένες υποθέσεις, καθώς επίσης και μέσα από οδηγίες που εκδίδονται από τις Αρχές Ανταγωνισμού.
  2. Η Παρεμπόδιση των παραβιάσεων: Ο δεύτερος στόχος της επιβολής απαγορεύσεων αντιτράστ είναι η αποτροπή τους. Για να δούμε τους διάφορους τρόπους που κάποιος θα μπορούσε να προσπαθήσει να αποτρέψει τις παραβιάσεις, θα μπορούσαμε να αρχίσουμε να διερευνούμε κάτω από ποιές συνθήκες οι επιχειρήσεις και οι διευθυντές τους θα είχαν κίνητρο να τις κάνουν: (α) χρειάζονται μια ευκαιρία για επιχειρήσουν την παραβίαση, (β) χρειάζεται να θέλουν να διαπράξουν την παραβίαση. Οι διευθυντές των επιχειρήσεων δεν επιδιώκουν απαραίτητα να μεγιστοποιούν τα κέρδη για τους ίδιους και τους προϊσταμένους τους. Είναι δυνατό να νοιώθουν την ηθική ευθύνη να μείνουν μέσα στα πλαίσια του νόμου, ανεξάρτητα από την πιθανότητα να πιαστούν ή όχι και (γ) οι εταιρείες και οι διευθυντές τους χρειάζονται κίνητρα για να διαπράξουν τις παραβιάσεις, όπως π.χ. το αναμενόμενο όφελος να είναι μεγαλύτερο από το ενδεχόμενο κόστος. Ένας λοιπόν θα μπορούσε να προσπαθήσει να αποτρέψει τις παραβιάσεις, μέσα από τον επηρεασμό μιας από τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις.
    α. Μείωση των ευκαιριών για διάπραξη των παραβιάσεων
    Κάποιος θα μπορούσε να προσπαθήσει να μειώσει τις ευκαιρίες για διάπραξη παραβιάσεων. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω προληπτικής επέμβασης. Στο πλαίσιο του Κανονισμού Συγχωνεύσεων της ΕΕ, η απαγόρευση συγκεντρώσεων που πιθανό να εμποδίζουν σημαντικά τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, επιβάλλεται μέσω ενός συστήματος υποχρεωτικής προηγούμενης ανακοίνωσης και έγκρισης τους. Οι περισσότερες εξουσιοδοτήσεις έχουν παρόμοιους προληπτικούς μηχανισμούς για συγχωνεύσεις. Διατακτικές αποφάσεις, που αποσκοπούν στην ανακοπή επικείμενων ή τρεχουσών παραβιάσεων, είναι επίσης μια μορφή προληπτικής επέμβασης.
    β. Μείωση της προθυμίας των επιχειρήσεων να παραβιάσουν τους Κανόνες Ανταγωνισμού
    Κάποιος θα μπορούσε να προσπαθήσει να αποτρέψει τις αντιτράστ παραβιάσεις μειώνοντας την προθυμία των διευθυντών των επιχειρήσεων, μέσω της ενίσχυσης της δέσμευσής τους απέναντι στους Περί Ανταγωνισμού Κανόνες. Οι Αρχές Ανταγωνισμού θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να το κάνουν αυτό μέσω της προστασίας του ανταγωνισμού. Η επιβολή τιμωρίας για τις παραβιάσεις παίζει επίσης ένα σημαντικό ρόλο. Πράγματι, η δημόσια τιμωρία όσων παραβιάζουν τις αντιτράστ απαγορεύσεις, όχι μόνο έχει μια αποτρεπτική επίδραση, με το ότι συμβάλλει στη δημιουργία μιας αξιόπιστης απειλής για όλους εκείνους που θα ήταν πρόθυμοι να προβούν σε παραβιάσεις στη βάση ενός υπολογισμού για κέρδος, αλλά έχει επίσης και ηθικές επιδράσεις, στέλλοντας ένα μήνυμα σ’ όσους νομοταγείς αυθόρμητα θα είχαν τέτοια τάση, ενισχύοντας την ηθική δέσμευσή τους για τους Κανόνες.
    γ. Ανατροπή του ισοζυγίου κερδοζημιών που αναμένονται από τις παραβιάσεις
    Είναι δυνατό να επιχειρηθεί η αποτροπή των αντιτράστ παραβιάσεων με ανατροπή του ισοζυγίου μεταξύ του αναμενόμενου κέρδους και της ενδεχόμενης ζημιάς από αυτές. Αυτό μπορεί να γίνει με τη δίωξη και την αυστηρή τιμωρία των παραβατών, δημιουργώντας μια αξιόπιστη ποινική απειλή για τέτοιες ρήτρες που να βαρούν περισσότερο υπέρ της ζημιάς παρά υπέρ του αναμενόμενου από τις παραβιάσεις κέρδους. Εκτός από μια τέτοια αποτροπή, άλλες μέθοδοι θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να αλλάξουν το ισοζύγιο κέρδους-ζημιάς.
    Για να υπάρξει επιτυχία, από όσους προσυμφωνούν τιμές, κάνουν καρτέλ, ή παράνομες συναφείς συμφωνίες, απαιτείται προσπάθεια για τον υπολογισμό της προσυμφωνηθείσας τιμής ή άλλων παραγόντων, για την κατανομή του κοινού κέρδους μέσω ποσοστώσεων ή άλλως πως και επίσης, για τη διαχείριση της αποφυγής της αποκάλυψης και τιμωρίας της εξαπάτησης.
    Η αντιτράστ επιβολή μπορεί να αυξήσει το κόστος σε όσους δημιουργούν και λειτουργούν καρτέλ με διάφορους τρόπους. Ένα πολύ σημαντικό μέτρο είναι να καταστούν οι συμφωνίες τύπου καρτέλ νόμιμα ανεκτέλεστες, όπως ακριβώς το άρθρο 81 παράγραφος (2) κάνει.
    Το κόστος για τη δημιουργία και λειτουργία καρτέλ μπορεί επίσης να αυξηθεί μέσω πολιτικών επιείκειας και άλλων μεθόδων επαύξησης ή μετριασμού του ποσού της επιβαλλόμενης ποινικής ρήτρας σε εκείνες τις παραβιάσεις που αποκαλύπτονται.
    Τέλος, η δυνατή χρησιμοποίηση των δικαστικών αποφάσεων για να σταματήσει η συνέχιση των παραβιάσεων που αποκαλύπτονται, όταν ακόμα ευρίσκονται σε εξέλιξη, επίσης ασκούν επίδραση πάνω στα αναμενόμενα οφέλη από τις παραβιάσεις.
  3. Η διαχείριση των συνεπειών των παραβιάσεων: Ο τρίτος στόχος της επιβολής απαγορεύσεων αντιτράστ είναι η διαχείριση των συνεπειών των παραβιάσεων. Γενικά είναι αποδεκτό ότι, οι απόπειρες για αποτροπή των παραβιάσεων των απαγορεύσεων αντιτράστ, όπως στα Άρθρα 81 και 82, είναι απίθανο ποτέ να οδηγήσουν σε 100% αποτροπή όλων των παραβιάσεων. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι (α) οικονομικοί και (β) ψυχολογικοί.
    α. Οι οικονομικοί λόγοι είναι ότι τα μέτρα επιβολής για αποτροπή των παραβιάσεων δεν είναι υπό κανονικές συνθήκες χωρίς κόστος. Η ανίχνευση, η προσαγωγή και η τιμωρία των παραβιάσεων, συνεπάγονται σημαντικά διοικητικά έξοδα, τα οποία περιλαμβάνουν από τη μια το κόστος του δημοσίου (διοίκησης, κατηγορίας και εκδίκασης) και από την άλλη το κόστος που επιβαρύνει τους εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή/και άτομα (δικηγορικά, εμπειρογνώμονες και της απώλειας χρόνου). Εκτός από τα διοικητικά έξοδα, η προσπάθεια παρακολούθησης και αποτροπής θα μπορούσε επίσης να έχει ανεπιθύμητες παρενέργειες. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις δαπάνες, η πλήρης πρόληψη των παραβιάσεων των Κανόνων Ανταγωνισμού καθίσταται αμφίβολη.
    β. Οι ψυχολογικοί λόγοι είναι ότι, στις εκτιμήσεις πιθανότητας που κάνουν, οι άνθρωποι τείνουν να στηριχθούν δυσανάλογα σε εκείνα τα γεγονότα που μπορούν εύκολα να περάσουν από τη σκέψη. Αυτό υπονοεί ότι, ακόμα κι αν οι Αρχές Ανταγωνισμού κατορθώσουν σε κάποιο χρονικό σημείο να ανιχνεύσουν τόσες πολλές παραβιάσεις και να επιβάλουν τέτοια υψηλά πρόστιμα, ώστε όλες οι επιχειρήσεις να αποτραπούν από την διάπραξη νέων παραβιάσεων, αυτή η κατάσταση δεν θα διαρκέσει πολύ, διότι στο πέρασμα του χρόνου η ανάμνηση εκείνων των επιτυχών διώξεων θα εξασθενίσει και οι παραβιάσεις θα συνεχίσουν να γίνονται. Αν άρα, είναι μη ρεαλιστικό να επιτευχθεί η πλήρης πρόληψη όλων των παραβιάσεων των αντιτράστ απαγορεύσεων, θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ακόμα ένας στόχος για την αντιτράστ επιβολή, να ασχοληθεί με ότι αφορά στις συνέπειες των παραβιάσεων των Κανόνων Ανταγωνισμού που έχουν επισυμβεί. Σε περιπτώσεις όπου η ζημιά που προκαλείται στον ανταγωνισμό από την παραβίαση, βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη, μπορεί να είναι δυνατό να περιοριστεί ή να μετριαστεί η ζημιά μέσω των δικαστικών αποφάσεων.

ΙΙ. Ο ρόλος των προστίμων
Τα πρόστιμα αντιπροσωπεύουν το κύριο εργαλείο στην επιβολή του Περί Ανταγωνισμού Νόμου της ΕΕ. Αντίθετα από άλλες χώρες π.χ. ΗΠΑ, που υπάρχει σωρεία όπλων κατά των επιχειρήσεων που παραβιάζουν τους Κανόνες Ανταγωνισμού, στην ΕΕ δεν υπάρχει καμία εγκληματική ποινική ρήτρα, όπως η φυλάκιση για τα άτομα. Επιπλέον, η ιδιωτική επιβολή του Νόμου Ανταγωνισμού είναι ελάχιστη.
Κατά συνέπεια, τα πρόστιμα αντιπροσωπεύουν το κύριο εργαλείο θεραπείας για αποτροπή των παραβιάσεων των Κανόνων Ανταγωνισμού. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε στην υπόθεση "Musique Diffusion France" (Pioneer), ότι η λογική που επικράτησε για την επιβολή των πρόστιμων είναι να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της Κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού.
Τα πρόστιμα, επομένως, εξυπηρετούν δύο στόχους: (α) την καταστολή της παράνομης δραστηριότητας και (β) την πρόληψη της υποτροπής. Όσον αφορά στον πρώτο στόχο της ερμηνίας του περιεχόμενου των αντιτράστ απαγορεύσεων, τα πρόστιμα δεν φαίνεται να έχουν ένα σημαντικό ρόλο.
Τα πρόστιμα είναι εντούτοις ένα σημαντικό εργαλείο στην πρόληψη των παραβιάσεων. Η επιβολή των προστίμων στις επιχειρήσεις που βρίσκονται να παραβιάζουν τις αντιτράστ απαγορεύσεις θα μπορούσε με τρεις τρόπους να συμβάλει στην παρεμπόδιση τέτοιων παραβιάσεων: (α) μπορεί να έχει μια αποτρεπτική επίδραση, με τη δημιουργία μιας αξιόπιστης απειλής για δίωξη και καταδίκη, πράγμα που ζυγίζει αρκετά στο ισοζύγιο των ενδεχόμενων κερδοζημιών, ώστε να αποτρέπει τις επιχειρήσεις από την παραβίαση των κανόνων αντιτράστ, (β) αυτό μπορεί, συγχρόνως, να έχει μια ηθική επίδραση δεδομένου ότι, στέλνει ένα μήνυμα στους νομοταγείς, ενισχύοντας την ηθική δέσμευσή τους για σεβασμό των αντιτράστ απαγορεύσεις, (γ) μέσω των πολιτικών επιείκειας και της χρήσης άλλων επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων που επηρεάζουν το ύψος του προστίμου, το κόστος για τη δημιουργία και λειτουργία καρτέλ μπορεί να προσμετρηθεί.
Τέλος, ενώ τα πρόστιμα μπορούν να έχουν κανονικά και αποτρεπτικό ρόλο κατά της άδικης επιβολής τους, οι εισπράξεις των πρόστιμων πηγαίνουν κανονικά στα δημόσια ταμεία και προϋπολογισμούς παρά στους καταναλωτές που είναι τα πραγματικά θύματα των αντιτράστ παραβιάσεων.
Κατ' αυτό τον τρόπο, τα πρόστιμα θα μπορούσε το πολύ να ειπωθεί, ότι συμβάλουν στην αναζήτηση της διορθωτικής δικαιοσύνης μέσω της αποζημίωσης, με έναν αφηρημένο και έμμεσο και φυσικά άδικο τρόπο. (Τέτοια είναι η περίπτωση της πρόσφατης επιβολής των πρόστιμων από την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού κατά του καρτέλ των εταιρειών καυσίμων στην Κύπρο. Ύστερα από σχεδόν πέντε χρόνια, στη διάρκεια των οποίων οι καταναλωτές κατέβαλαν τις υπερβολικά ψηλές τιμές στις εταιρείες καυσίμων, τα επιβληθέντα πρόστιμα πήγαν στα κρατικά ταμεία, αφήνοντας τους καταναλωτές με τη ζημιά).

ΙΙΙ. Πρόσφατες εξελίξεις στην πολιτική Επιβολής Προστίμων της ΕΕ
1. Τάση προς αυστηρότερη πολιτική προστίμω
Υπήρξε μια πρόσφατη εξέλιξη (2005) στην πολιτική επιβολής προστίμων της ΕΕ που συνίσταται στα εξής: (α) στην εξαγγελία των Οδηγιών της ΕΕ για τα πρόστιμα το 1998 που στοχεύει να καταστήσει τις αποφάσεις για τα πρόστιμα πιο διαφανείς και πιο αμερόληπτες, (β) στην αύξηση των πρόστιμων, γεγονός ιδιαίτερα εμφανές στις περιπτώσεις της Hoffman-La-Roche με πρόστιμο €462 εκατομμύρια και της Microsoft με €497 εκατομμύρια, (γ) στην ανάπτυξη της ειδοποίησης επιείκειας, η οποία παρέχει ένα κίνητρο για τα μέλη καρτέλ που αναγνωρίζουν την αντί-ανταγωνιστική συμπεριφορά τους. Από την υιοθέτηση των Οδηγιών του 1998, η πλειοψηφία των πρόστιμων που έχουν επιβληθεί ήταν για τις δραστηριότητες καρτέλ.
Η ΕΕ, εντούτοις, έχει επιδείξει μια αυξητικά αυστηρή προσέγγιση έναντι άλλων παραβάσεων του άρθρου 81 και σε περιπτώσεις κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, σύμφωνα με το άρθρο 82.
2. Νέες Οδηγίες της ΕΕ για τα αντιτράστ πρόστιμα (2006)
Την 1η Σεπτεμβρίου του 2006, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε νέες Οδηγίες για τη μέθοδο που θα χρησιμοποιεί όταν επιβάλλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που έχουν παραβιάσει τους κανόνες ανταγωνισμού. Οι ίδιες οι νέες Οδηγίες εξηγούν την επιλογή της νέας μεθόδου για τον υπολογισμό του βασικού ποσού των πρόστιμων ως εξής: "Ο συνδυασμός της αξίας των πωλήσεων με την οποία η παράβαση σχετίζεται και της διάρκειας της παράβασης, θεωρείται ότι παρέχει μια κατάλληλη βάση για να απεικονίσει την οικονομική σημασία της παράβασης καθώς επίσης και της σχετικής βαρύτητας της κάθε επιχειρηματικής παράβασης".
3. Η τάση για ποινικοποίηση της αντιτράστ επιβολής στην Ευρωπαϊκή Ένωσης
Τα τελευταία χρόνια φαίνεται να υπάρχει, στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ακόμα και στο επίπεδο των θεσμικών οργάνων της, η τάση για ποινικοποίηση της αντιτράστ επιβολής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η τάση εμπνέεται από την αντιτράστ ποινική νομοθεσία των ΗΠΑ. Στις δε ΗΠΑ, ίσως ιστορικά, να έχει εμπνευστεί από παλαιότερα ευρωπαϊκά προηγούμενα.
Η τάση ποινικοποίησης της αντιτράστ επιβολής εμφανίζεται πρώτα από παραδείγματα της Ιρλανδίας και Αγγλίας, αλλά και από άλλα φαινόμενα, όπως είναι η εισαγωγή προγραμμάτων επιείκειας σε όλο και μεγαλύτερο αριθμό κρατών μελών.
Στην Ιρλανδία οι παραβιάσεις της ισοδύναμης με τα άρθρα 81 και 82 εθνικής νομοθεσίας, είναι ποινικά αδικήματα, τιμωρητέα με πρόστιμα στις επιχειρήσεις και με φυλάκιση ή/και με πρόστιμα σε διευθυντικά στελέχη.
Ένα συγκρίσιμο σύστημα έχει υιοθετηθεί στην Εσθονία. Στην Αγγλία στον Περί Εταιρειών Νόμο του 2002 έχει προστεθεί μια ποινική πρόνοια για καρτέλ, που περιορίζεται όμως στα καρτέλ σκληροπυρηνικής μορφής, που τιμωρούνται με φυλάκιση ή/και πρόστιμα μόνο σε άτομα, καθώς επίσης και μια κύρωση έκπτωσης από διευθυντική θέση σε άτομα, σ’ ένα σύστημα που γενικά στηρίζεται στα διοικητικά πρόστιμα σε επιχειρήσεις για παραβιάσεις των άρθρων 81 και 82 και των ισοδύναμων απαγορεύσεων της εθνικής νομοθεσίας.

IV. Τα γνωστά ως «Wax Cartel (Paraffin mafia)» πρόστιμα, βασισμένα στις Οδηγίες του 2006
9 Συγκροτήματα εταιρειών από 10 χώρες, Shell, ENI, ExxonMobil, Tudapetrol, MOL, Repsol, RWE Hansen & Rosenthal, Sasol, και Total συνέστησαν, μεταξύ του 1992 και του 2005, ένα καρτέλ για κερί παραφίνης στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Όλοι οι συμμετέχοντες καθόρισαν τις τιμές των σχετικών προϊόντων. Οι επιχειρήσεις πραγματοποιούσαν τακτικές συναντήσεις για να συζητούν τις τιμές, να κατανέμουν τις αγορές ή/και τους πελάτες και για να ανταλλάζουν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες.
Η ΕΕ επέβαλε πρόστιμα €676 εκατομμυρίων στα μέλη του καρτέλ. Στη Shell δεν επιβλήθηκε πρόστιμο επειδή αποκάλυψε την ύπαρξη του καρτέλ στην Επιτροπή. Το πρόστιμο της Sasol αυξήθηκε κατά 50% επειδή ήταν ο ηγέτης του καρτέλ. Το πρόστιμο της ENI αυξήθηκε κατά 60% επειδή είχε προηγούμενες καταδίκες για δραστηριότητες καρτέλ. Η συνεργασία τριών εταιρειών ανταμείφθηκε. Οι Sasol, ExxonMobil και Repsol, έτυχαν μείωσης των πρόστιμών τους κατά 50%, 25% και 7% αντίστοιχα.

Βιβλιογραφία:
1. Antonio Capobianco – Private Antitrust enforcement of EC Competition Rules: Recent developments
2. Wouter P. J Wills - Optimal Antitrust fines: Theory and Practice
3. Wouter P. J. Wills - The European Commission’s 2006 Guidelines on Antitrust fines: A legal Economic Analysis
4. Damien Geradin & David Henry – The EC Fining Policy for Violations of Competition Law: An Empirical Review of the Commission Decisional Practice and the Community Courts’ Judgments
5. Wouter P. J. Wills – Amsterdam Policy Center for Law and Economics (ACLE) Conference Remedies and Sanctions in Competition (Amsterdam, 17-18 February 2005)
6. The Wax Cartel IP/08/1434, Brussels, 1st October 2008


* Παρουσίαση στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Δικτύου «CONCORDIA» για την προώθηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων στους εθνικούς δικαστές, για τον περί ανταγωνισμού νόμο της ΕΕ, Ρίγα Λετονίας, 4 με 6 Μαρτίου, 2010,
**Πρόεδρος Παγκύπριας Ένωσης Καταναλωτικών και Ποιότητας Ζωής


Copyright @ 2009-2019. Design & Development by Cytacom Solutions Ltd
 
Hosted by