Άρθρα
17/06/2009
Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο - Ανάγκη για αναδιάρθρωση
(οι θέσεις της ΠΕΚΠοιΖω από ομιλία του Δρα Λουκά Αριστοδήμου σε σχετική ημερίδα του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και του ΚΕΒΕ, που έγινε στις 02/06/2009)


Η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) καθορίζει σαν βασική αρχή ότι κάθε καταναλωτής, κάθε φορολογούμενος και κάθε μικρομεσαίος επιχειρηματίας, έχει το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα να απολαμβάνει τα ωφελήματα του ελεύθερου και ανοικτού ανταγωνισμού, που σημαίνει την εξασφάλιση των πιο καλών αγαθών και υπηρεσιών στις καλύτερες δυνατές τιμές.

Δυστυχώς όμως οι συνθήκες που, είτε εκ φύσεως (λόγω κυρίως του μικρού μεγέθους της αγοράς) είτε τεχνητά έχουν διαχρονικά διαμορφωθεί (λόγω κυρίως της πολιτικοοικονομικής διαπλοκής) δεν επιτρέπουν τη λειτουργία του ανταγωνισμού όπως αναφέρεται πιο πάνω, αλλά προκαλούν ποικίλες και κλιμακωτές στρεβλώσεις, που επηρεάζουν όλο το φάσμα της οικονομίας αλλά πιο εμφανώς και πιο έντονα το εμπόριο.

Η κατάσταση αυτή πρέπει να αναγνωριστεί και να μετρηθεί μέσα από μια επιστημονική, ανεξάρτητη και αντικειμενική έρευνα, της οποίας τα αποτελέσματα να αποτελέσουν αντικείμενο ανοικτού διαλόγου ανάμεσα στο κράτος, τους εμπορικούς αντιπροσώπους και ασφαλώς τους καταναλωτές. Στόχος η συναινετική χάραξη και υλοποίηση αμοιβαία αποδεχτών βελτιωτικών μέτρων, μέσα από τα οποία να αναγνωρίζεται και να διασφαλίζεται ένα λογικό αμοιβαίο όφελος.

Η πολιτική των ευχολογίων και των παροτρύνσεων, που μέχρι τώρα ακολουθήθηκε, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάσταση ούτε ακόμα στιγμιαία, ή προσωρινά. Η προσπάθεια αυτή, έχει ήδη αποδειχτεί στην πράξη (βλέπε καύσιμα, γάλα, ψωμί κλπ), ότι είναι εντελώς αναποτελεσματική και δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας, γιατί αντιπαρατίθεται με το συμφέρον, την κερδοσκοπία και δυστυχώς και με την, δυστυχώς, ακολουθούμενη από κάποιους τακτική της αισχροκέρδειας.

Το άλλο σκέλος που διαλαμβάνει η νομοθεσία της ΕΕ, είναι η λειτουργία, υπό τύπον ελέγχου, διαμόρφωσης κάποιων σχετικών ισορροπιών αλλά και για την προστασία των καταναλωτών, ανεξάρτητων θεσμικών οργάνων, πράγμα που στην Κύπρο δεν συμβαίνει.

Αν πράγματι θέλουμε να συζητήσουμε αντικειμενικά και με απόλυτα καλή θέληση την κατάσταση του εμπορίου με στόχο τη βελτίωση του, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τις πραγματικότητες και πως αυτές λειτούργησαν μέχρι τώρα. Ένα παράδειγμα μόνο θα δώσω και είναι ίσως και το πιο καίριο.

Υπάρχει στην Κύπρο ένα Υπουργείο που είναι τόσο του εμπορίου, της βιομηχανίας του τουρισμού, της ενέργειας (που είναι και μονοπώλιο) και ταυτόχρονα είναι και του ανταγωνισμού και της προστασίας των καταναλωτών. Η υπηρεσία προστασίας των καταναλωτών τα τελευταία χρόνια, ομολογουμένως, έχει κάνει σωστά και με κάποια αποτελέσματα βήματα. Δυστυχώς όμως, όσο κι’ αν κάποιοι επιδεικνύουν καλή θέληση να τετραγωνίσουν τον κύκλο, αυτό αποδεικνύεται ανέφικτο.
Νομίζουμε, αντικειμενικά, πως είναι πέρα από λογικό το ερώτημα. Γιατί, ενώ στις περισσότερες χώρες της ΕΕ λειτουργεί με επιτυχία ο θεσμός του Επιτρόπου Καταναλωτών (σε μερικές χώρες ο θεσμός λειτουργεί για 30 και 40 χρόνια και οι καταναλωτές τον επονομάζουν «φύλακα άγγελο» τους), εμείς εδώ με στείρες προφάσεις αρνούμαστε πεισματικά την υιοθέτηση του;

Για μας είναι πολύ απλό, ας ξεχωρίσει μέρος της σχετικής για τους καταναλωτές υπηρεσίας του υπουργείου, ας ανεξαρτητοποιηθεί κάτω από άλλη σχετική νομοθεσία και με επικεφαλής ένα Επίτροπο και τότε θα δημιουργηθούν άλλες ισορροπίες, και σε μεγάλο βαθμό πολλές πτυχές του αθέμιτου εμπορίου θα ρυθμιστούν.

Την περασμένη βδομάδα πήραμε μέρος σε μια διάσκεψη που οργάνωσε η DG Trade στις Βρυξέλλες με θάμα “The EU and Civil Society: Working together for fair and open trade”.

Εκεί έγινε λόγος μεταξύ άλλων και για ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το εμπόριο και στη δική μας χώρα. Αυτό αφορά τις χαμηλές, από τη μια τιμές στον παραγωγό (κυρίως στους πρωτογενείς τομείς και σε μικρομεσαίους παραγωγούς) και από την άλλη τις παράλογα ψηλές τιμές στον καταναλωτή.

Τονίστηκε πως αυτό το πρόβλημα, πέρα από το γεγονός ότι προκαλεί στρεβλώσεις στην αγορά, προκαλεί και άλλες κοινωνικές επιπτώσεις όπως η αύξηση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών και ο αφανισμός του επαγγελματία γεωργού, πράγμα που συμβαίνει και στον τόπο μας. Επίσης αυτό το πρόβλημα λειτουργεί ενάντια στην αειφόρα γεωργική και εμπορική ανάπτυξη.

Ταυτόχρονα συμπιέζει την αγοραστική δύναμη του καταναλωτή και τείνει να επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής τόσο του γεωργού και του ντόπιου μικροπαραγωγού, όσο και του καταναλωτή.

Από την άλλη οι μεσάζοντες δεν έχουν κανένα πρόβλημα γιατί, εύκολα και χωρίς συναισθηματικούς φραγμούς προσφεύγουν σε άλλες εξωτερικές πηγές, εισάγοντας με μόνο γνώμονα τη μεγιστοποίηση του κέρδους, ακόμα και προϊόντα αμφίβολης ποιότητας.

Πρέπει να μεταφέρω εδώ πως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των συζητήσεων, κυρίως στα εργαστήρια, ήταν η εκτεταμένη και ψηλών τόνων κριτική που έγινε για το ότι εδώ και 10 χρόνια εγκαινιάσθηκε ο διάλογος με την κοινωνία των πολιτών, αλλά αυτός ο διάλογος είναι ατελέσφορος και οι θέσεις και απόψεις των ΜΚΟ δεν λαμβάνονται υπόψη.

Ακόμα και η “European Voice” έκανε κριτική και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με άρθρο που είχε τίτλο “Commission paying no more than lip-service to dialogue”.

Άλλες κριτικές που ακούστηκαν ήταν για αδιαφάνεια, για το ότι γίνονται με τους εμποροβιομήχανους συζητήσεις «πίσω από κλειστές πόρτες», ότι υπάρχει διαπλοκή και ότι κάποιοι λειτουργοί ενημερώνουν μυστικά τους εμποροβιομήχανους για διάφορα θέματα, ότι οι οργανώσεις των καταναλωτών δεν προσκαλούνται στο διάλογο. (Να σημειώσω ότι η δική μας ήταν η μοναδική που παρευρέθηκε και για κάποιους που πιθανό να τους ενδιαφέρει βρίσκονταν εκεί τέσσερις τουρκοκύπριοι, ο ένας μάλιστα ομιλητής, σάμπως να έχει μπει στην ΕΕ η τουρκοκρατούμενη Κύπρος).

Τα αναφέρω αυτά, γιατί είναι πράγματα που σε κάποιο βαθμό συμβαίνουν και στην Κύπρο αλλά και για να εισηγηθώ ότι πρέπει και στη χώρα μας να αρχίσουμε ένα ανοικτό διάλογο μέσα από τον οποίο ελεύθερα και χωρίς επιφυλάξεις να ακουστούν απόψεις ακόμα και κριτικές γιατί μόνο έτσι πιστεύω ότι θα βγει η αλήθεια στο φως και μόνο έτσι μπορούμε να προσφέρουμε σ’ αυτό που στον τίτλο της ημερίδας σας ονομάσατε «ανάγκη για αναδιάρθρωση».

Για να επιτύχει ένας τέτοιος διάλογος πρέπει να θεσμοθετηθεί και να μπουν κάτω κάποιες κατευθυντήριες και αμοιβαία αποδεχτές αρχές. Ταυτόχρονα πρέπει να ενισχυθούν οικονομικά οι οργανώσεις των καταναλωτών σε βαθμό που να μπορούν τουλάχιστο να προσλάβουν μια ή ένα λειτουργό και παράλληλα να απαλειφθεί η σημερινή άδικη και μεροληπτική πολιτική που ακολουθεί σε βάρος μας το κράτος.

Ολοκληρώνοντας αυτή την σύντομη παρέμβαση μας θα θέλαμε να προσθέσουμε πιο κάτω κάποιες επιπρόσθετες εισηγήσεις:

1. Το κράτος να χρηματοδοτήσει επιστημονική έρευνα διαπίστωσης της σημερινής κατάστασης πραγμάτων που έχει σχέση με τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας του εμπορίου από τον παραγωγό, τον μεσάζοντα και τον εισαγωγέα-προμηθευτή μέχρι τον καταναλωτή. Αυτή θα αποτελέσει ενδεχομένως αντικειμενικό εργαλείο και βάση για το διάλογο.

2. Ανάλογα με τα ευρήματα να εξεταστούν τρόποι με τους οποίους να διασφαλιστεί η αποτροπή του υπερκέρδους και κυρίως της αισχροκέρδειας. (Γιατί κάποιοι τούτες τις μέρες, έχουν επιβεβαιώσει την αισχροκέρδεια τους, όταν εν μέσω μάλιστα της οικονομικής κρίσης ανακοινώνουν αύξηση κερδών τριμήνου σχεδόν διπλάσια από πέρσι).

3. Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νομοθεσίες που διέπουν το δίκαιο εμπόριο και κυρίως αυτή των περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και να οδηγηθούν στα δικαστήρια αυτοί που, με αποδείξεις, κατ’ επανάληψη και εσκεμμένα, παραπλανούν και εξαπατούν τους καταναλωτές.

4. Τέλος θα θέλαμε να ζητήσουμε και από τις ηγεσίες των εμποροβιομηχάνων να υιοθετήσουν με τα μέλη τους πιο αυστηρούς κώδικες δεοντολογίας και καλής πρακτικής και ταυτόχρονα να λειτουργήσουν απομονωτικά για κάποιους που θέλουν να αποτελούν τις κακές εξαιρέσεις.

Αναμένουμε την έναρξη του διαλόγου που ζητήσαμε πιο πάνω στον οποίο δεσμευόμαστε να συμμετάσχουμε εποικοδομητικά.


Copyright @ 2009-2019. Design & Development by Cytacom Solutions Ltd
 
Hosted by