Άρθρα
05/06/2009
Η παράνομη τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων σύμφωνα με διεθνή σύμβαση της Βιέννης στη νομολογία του συμβουλίου της επικράτειας της Ελλάδας
Του Δημοσθένη Στεφανίδη*


Το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ελλάδας στην υπ’ αρ. 910/2007 απόφασή του, ημ. 26.3.2007 (παρόμοια και η 909/2007) έκρινε ότι, με αφορμή υπόθεση θανατηφόρου αυτοκινητικού ατυχήματος με πρόσκρουση σε τσιμεντένια βάση διαφημιστικής πινακίδας, «η παράνομη παράλειψη του δήμου να απομακρύνει την διαφημιστική πινακίδα και η διατήρηση αυτής στη συγκεκριμένη θέση (και συναφώς η πρόσκρουση του αυτοκινήτου) αποτελεί πρόσφορη αιτία για την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος», δεδομένου ότι η σχετική διάταξη του Νόμου δεδομένου ότι η σχετική διάταξη του Νόμου (ν. 2696/1999 άρθρο 11 παρ. 1 εδάφιο γ΄), «δεν ίσχυε ως αντίθετη προς διάταξη κανόνα υπέρτερης τυπικής ισχύος (άρθρο 4 της Διεθνούς Συμβάσεως της Βιέννης)».

Συναφώς, αναφέρθηκε ότι κυρώθηκαν με Νόμο οι διεθνείς συμβάσεις α) για την οδική κυκλοφορία και β) για την οδική σήμανση και σηματοδότηση που υπεγράφησαν στη Bιέννη την 8.11.1968, με ειδικότερη αναφορά στο άρθρο 4 της δευτέρας συμβάσεως, υπό το κεφάλαιο Ι με τίτλο «γενικές διατάξεις» στο οποίο ορίζονται τα εξής:

«Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν ότι απαγορεύεται: (a) η αναγραφή ή προσάρτησις εις πινακίδα σημάνσεως, το υποστήριγμα αυτής, ή πάσαν άλλην συσκευήν ρυθμίσεως της κυκλοφορίας, πάσης προσθήκης μη σχετικής προς τον σκοπόν της τοιαύτης πινακίδος σημάνσεως, υποστηρίγματος ή συσκευής εν πάση όμως περιπτώσει, εάν τα Συμβαλλόμενα Μέρη ή όργανα αυτών ήθελον εξουσιοδοτήσει μη κερδοσκοπικόν οργανισμόν όπως εγκαταστήση πληροφοριακάς πινακίδας, δύνανται να επιτρέψουν όπως το έμβλημα του τοιούτου οργανισμού εμφανίζεται επ' αυτών ή του υποστηρίγματός των, υπό την προϋπόθεσιν ότι δεν ήθελεν εκ τούτου καταστή ολιγώτερον εύληπτος η πινακίς σημάνσεως, (b) η εγκατάστασις πάσης πινακίδος, ειδοποιήσεως, διαγραμμίσεων ή συσκευής, ήτις θα ηδύνατο να επιφέρη σύγχυσιν μετά των πινακίδων σημάνσεως ή άλλων συσκευών ρυθμίσεως της κυκλοφορίας, ή να καταστήση ταύτας ολιγώτερον ορατάς ή αποτελεσματικάς, είτε να προκαλέση εκθάμβωσιν εις τους χρησιμοποιούντας τας οδούς, είτε απόσπασιν της προσοχής των, κατά τρόπον δυνάμενον να επιδράση επί της ασφαλείας της κυκλοφορίας».

Ακολούθως, σημειώθηκαν στην 5η σκέψη της αποφάσεως και τα ακόλουθα (Οι υπογραμμίσεις δικές μου):
«5. Επειδή, η αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη διεθνής σύμβαση επιβάλλει σύστημα σημάνσεως και σηματοδοτήσεως των οδών, με ενιαία - διεθνή χαρακτηριστικά το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της ασφαλείας για τους χρήστες των οδών. Το σύστημα αυτό, για το οποίο υπεύθυνο είναι το Κράτος, παραβλάπτεται όταν παρεμβάλλονται ξένα - και κυρίως προερχόμενα από την εμπορική διαφήμιση - αντικείμενα τα οποία προορίζονται να αποσπάσουν την προσοχή των Οδηγών από τους κανόνες της οδικής κυκλοφορίας και να την κατευθύνουν προς αυτά. Εξ ου και η Σύμβαση προτάσσει όλων των διατάξεων περί των σημάτων κ.λπ., την υποχρέωση των συμβαλλομένων Κρατών να απαγορεύουν την τοποθέτηση στον ευρύτερο χώρο των οδών πάσης επιγραφής ή εγκαταστάσεως, που θα ηδύνατο να προκαλέση σύγχυση με τις (δημόσιες) πινακίδες κυκλοφορίας, να προκαλεί θάμβωση στους χρήστες των οδών ή να τους αποσπά την προσοχή. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ερμηνευομένων βάσει και των δεδομένων της κοινής πείρας, αποκλείεται εν πάση περιπτώσει η τοποθέτηση τέτοιων πινακίδων διαφημίσεων και δη μεγάλων διαστάσεων επί του οδοστρώματος της οδού ή του πεζοδρομίου. Επομένως, οι ανωτέρω διατάξεις των εδ. γ΄ και δ΄ της παρ. 1 άρθρου 11 του ν. 2696/1999, επιτρέπουσες κατ' αρχήν την εγκατάσταση διαφημίσεων επί του οδοστρώματος και των πεζoδρoμίων οδών ευρισκομένων εντός κατοικημένων περιοχών (με όριο ταχύτητος μέχρι 70 χιλ./ώρα) και αναγνωρίζοντας στην Διοίκηση την δυνατότητα χορηγήσεως αδειών εγκαταστάσεως διαφημίσεων και στους ανωτέρω χώρους είναι αντίθετες προς την ως άνω Διεθνή Σύμβαση και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρες. Τούτο ενισχύεται και από το ότι οι διατάξεις των εδαφίων αυτών καταργήθηκαν ρητώς με το εδάφιο θ΄ της παρ. 12 του άρθρου 13 του ν. 3212/2003 (Α΄ 308) με τη σκέψη, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, ότι εθεωρούντο κατηργημένα από τις ειδικότερες και αυστηρότερες διατάξεις του ν. 2946/2001 (Α΄ 224), ο οποίος ερρύθμιζε τα θέματα υπαιθρίου διαφημίσεως. Από τις παρατεθείσες διατάξεις προκύπτει περαιτέρω, ότι, εφόσον υφίστανται σε πεζοδρόμια των οδών του εδαφίου γ΄ του άρθρου 11 του ν. 2696/1999 διαφημιστικές πινακίδες κατά παράβαση των ορισμών της Διεθνούς Συμβάσεως, γεννάται υποχρέωση αφαιρέσεώς τους, εξαλείψεώς τους ή θέσεώς τους εκτός λειτουργίας κατά πρώτο λόγο από το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας εντός των διοικητικών ορίων του οποίου δήμου ή κοινότητας κείνται οι εν λόγω πινακίδες και κατά δεύτερο λόγο από την κρατική διοίκηση (αρμόδιο όργανο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. ή της Περιφέρειας), η οποία υπό τις τασσόμενες στην παρ. 8 του άρθρου 11 του ν. 2696/1999 προϋποθέσεις, ασκεί την ανωτέρω αρμοδιότητά της καθ' υποκατάσταση των προαναφερόμενων οργάνων των Ο.Τ.Α. στο πλαίσιο της διοικητικής εποπτείας επ' αυτών (Σ.τ.Ε. 1274, 1766/2005)».
Επιπρόσθετα, στην Αναφορά του Συνηγόρου του Πολίτη Α.Π. Α/76, ημ. 8.1.2008 προς τη Διεύθυνση Προστασίας Καταναλωτή της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης καταγράφηκαν και τα πιο κάτω (Η υπογράμμιση δική μου):

«3. Η ανωτέρω εταιρεία, κατά την παροχή υπηρεσιών διαφημιστικής προβολής, απευθύνεται προς τους καταναλωτές (καταναλωτής είναι και κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2251/1994 (ΦΕΚ Α’ 191) «Προστασία των καταναλωτών», όπως ισχύει), παρέχοντας υπηρεσίες μετάδοσης του διαφημιστικού μηνύματος και κατασκευής του προϊόντος μέσω του οποίου επικοινωνείται το μήνυμα, συμμετέχοντας έτσι στη συναλλακτική δραστηριότητα και ως παραγωγός προϊόντων και ως παρέχων υπηρεσίες («Η ύπαρξη ή μη συμβατικού δεσμού δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο. Σημαντικό είναι κατά πόσο η υπηρεσία παρέχεται κατά τρόπο ανεξάρτητο με πρωτοβουλία του παρέχοντος, ο οποίος δρα αυτόνομα και ανεξάρτητα», βλ. Ι. Καράκωστα, Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή, σελ.251, 2004).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 «Υγεία και ασφάλεια των καταναλωτών» του ν. 2251/1994 (ΦΕΚ Α’ 191) «Προστασία των Καταναλωτών» όπως ισχύει, οι προμηθευτές έχουν την υποχρέωση να παρέχουν στην αγορά ασφαλή προϊόντα. Επιπλέον, οι ανωτέρω διατάξεις θα πρέπει να εφαρμόζονται και στα προϊόντα που παρέχονται ή διατίθενται στους καταναλωτές στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (βλ. Ι. Καράκωστα, Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή, σελ.251, 2004).

Σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες σχετικές διατάξεις της Διεθνούς και Ελληνικής νομοθεσίας και νομολογίας, η τοποθέτηση παράνομων διαφημιστικών πινακίδων δύναται να προκαλέσει κίνδυνο και πρόσφορη αιτία για την επέλευση ζημιογόνων αποτελεσμάτων στην υγεία και ασφάλεια των καταναλωτών – αποδεκτών των διαφημιστικών μηνυμάτων.

4. Κατόπιν τούτων, σας διαβιβάζουμε την ανωτέρω αναφορά και τα σχετικά με αυτήν έγγραφα και παρακαλούμε για τις δικές σας κατά νόμο ενέργειες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 «Υγεία και ασφάλεια των καταναλωτών» του ν. 2251/1994 (ΦΕΚ Α’ 191) «Προστασία των Καταναλωτών», όπως ισχύει, καθώς και τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 13Α «Κυρώσεις» του ανωτέρω νόμου».
 

*δικηγόρος


Copyright @ 2009-2019. Design & Development by Cytacom Solutions Ltd
 
Hosted by