Άρθρα
04/04/2013
ΒΡΕ-ΒΡΕ ΠΩΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ…
Του Δρα Λουκά Αριστοδήμου


Ξύπνησα σήμερα και, όπως συνηθίζω, άνοιξα το ραδιόφωνο. Άκουσα κάποιον να μιλά με μια γνωστή, αγνώριστη φωνή. Μια βραχνή φωνή, χωρίς χρώμα και στόμφο, μια φωνή απόμακρη, σαν να ‘βγαινε από πολύ βαθύ πηγάδι.

Αυτός που μιλούσε (σχεδόν ψέλλιζε) προσπαθούσε να αρθρώσει κάποιες λέξεις, που όχι μόνο με δυσκολία έψαχνε να βρει, αλλά και που, ακόμα και τα γράμματα δυσκολευόταν να βάλει σε σωστή σειρά. Ήταν σαν ένα τραύλισμα από τα χειρότερα που έχω ακούσει.

Ακουγόταν σαν δρομέας που μόλις τέλειωσε το τρέξιμο και, λαχανιασμένος ασθμαίνοντας και με διακεκομμένη ανάσα, προσπαθούσε να πει κάτι, που με δυσκολία του έβγαινε. Οι λέξεις, τις οποίες έψαχνε να συνταιριάσει σε φράσεις, δύσκολα έμπαιναν σε σειρά και ο ίδιος δυσκολευόταν να αρθρώσει σωστή και ολοκληρωμένη φράση, στην προσπάθεια του, προφανώς, να εξηγήσει τα ανεξήγητα και να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και τα παράλογα του μνημονίου.

Όταν κατάλαβα ποιανού ήταν η φωνή που άκουγα, αβίαστα το μυαλό μου ταξίδεψε πίσω, εξ’ άλλου το τελευταίο διάστημα συνεχώς πίσω ταξιδεύει, σε εποχές που είχε με στοργή τοποθετήσει στο χρονοντούλαπο της λήθης. Το μυαλό μου λοιπόν πηγαίνοντας πίσω, έκανε μια σύγκριση. Μια σύγκριση της οποίας η εποχή δεν είναι άσχετη με αυτήν που, οι πρώην και οι νυν κυβερνόντες, μας γύρισαν και με την καταστροφή και την μιζέρια που μας έφεραν.

Αυθόρμητα λοιπόν, το μυαλό μου έκανε τη σύγκριση μεταξύ ενός σύγχρονου ταχύτατου πολυβόλου, του οποίου την άφθαστη ταχύτητα με την οποία έφευγαν οι σφαίρες, παρομοίασε με τις λέξεις που, μέχρι χθες ακόμα, άκουα να φεύγουν από το στόμα του ομιλούντος, με το πρώτο όπλο που πήρα στα χέρια μου όταν πρωτοκατατάγηκα να υπερασπιστώ την πατρίδα.

Ήταν ένα «μαρτίνι» που είχε χαραγμένο πάνω του έτος παραγωγής 1936. Αν και φρεσκογυαλισμένο και με το «κοντάκι» λουστραρισμένο, στο ξύλο φαίνονταν τα ίχνη από το σαράκι που σε κάποια σημεία το είχε φάει. Αυτό το όπλο, για όσους το ξέρουν, έριχνε μέχρι επτά σφαίρες και για κάθε σφαίρα έπρεπε να τραβήξεις το κλείστρο, να πετάξει τον κάλυκα της προηγούμενης σφαίρας και να μεταφέρει τη νέα σφαίρα στη θέση της για βολή.

Το πρώτο πράγμα που ο εκπαιδευτής έκανε, αφού μας χώρισε σε ομάδες, ήταν να δώσει σε κάθε ομάδα των 8-10 από μας ένα τέτοιο όπλο για να μάθουμε να τραβούμε το κλείστρο. Ήμουν ο τελευταίος στη σειρά. Όλοι πριν από μένα που δοκίμασαν δεν κατάφεραν να φέρουν το κλείστρο πίσω, γιατί ήταν μαγκωμένο. Το πήρα λοιπόν και, είτε γιατί από τις πολλές φορές που τραβήχτηκε πριν, είτε γιατί εγώ το τράβηξα απότομα και πιο δυνατά, ξεμπλόκαρε και αφού ακούστηκε ένας θόρυβος, κάτι πετάχτηκε από μέσα. Ήταν ένας σφηνωμένος, ίσως από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, κάλυκας. Ένιωσα ερχόμενα από πίσω μου δυο χέρια να με αρπάζουν από τους ώμους και μια φωνή: «Τι κάνεις εκεί παιδί μου;». Ήταν ο εκπαιδευτής που, προφανώς ανησύχησε.

Τώρα τι φταίω εγώ αν, ακούοντας σήμερα το νέο υπουργό οικονομικών δεν αναγνώρισα το λεκτικό πολυβόλο, του μέχρι προ τινός εκπρόσωπου τύπου του κυβερνόντος κόμματος; Φταίει το μυαλό μου αν πήγε τόσο πίσω για να ανακτήσει ξεχασμένες μνήμες; Μήπως δεν είναι όλοι αυτοί οι αλόγιστοι και αγνώριστοι πια, που μας έχουν χαλάσει τις εικόνες, ακόμα και τα μυαλά και μας έστρεψαν τόσες πολλές δεκαετίες πίσω;

Ρε πως μας άλλαξαν τους καιρούς… Ρε πως μασούν τα λόγια τους και δεν τους βγαίνουν πια ούτε οι λέξεις… 


Copyright @ 2009-2019. Design & Development by Cytacom Solutions Ltd
 
Hosted by